• ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ - ΤΟΜΟΣ 1

ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ - ΤΟΜΟΣ 1

INFO

    Συγγραφέας: SOLZHENITSYN, ALEKSANDR ISAYEVICH
    Εκδότης / Εταιρία: ΠΑΠΥΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ
    Έτος Έκδοσης: 2014
    Σελίδες: 704
    Σχήμα: 14X21
    Περίληψη / Περιγραφή: Μια απέραντη τοιχογραφία του συστήματος των φυλακών και των στρατοπέδων στην πρώην Σοβιετική Ένωση από το 1918 ώς το 1956, και κυρίως κατά τη σταλινική περίοδο, ένα σύγχρονο έπος όπου η αβάσταχτη σκληρότητα των περιγραφών μετριάζεται συχνά από το χιούμορ, τα αυτοβιογραφικά κεφάλαια εναλλάσσονται με μεγάλους ιστορικούς πίνακες, και μέσα από όλα αυτά προβάλλει η τραγική μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων. Ένα βιβλίο που σφράγισε τον 20ό αιώνα. Ο όρος Γκουλάγκ, ακρωνύμιο των ρωσικών λέξεων Glavnoye Upravleniye ispravitelno-trudovyh Lagerey (Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Στρατοπέδων Εργασίας), δηλώνει το σύστημα των σοβιετικών στρατοπέδων εργασίας στο οποίο, στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του κατά τη δεκαετία του 1930, είχαν εγκλειστεί εκατομμύρια άνθρωποι. Εκτός από τους χωρικούς που είχαν συλληφθεί κατά την κολεκτιβοποίηση, αυτοί που στέλονταν στο γκουλάγκ ήταν διαφωνούντες διανοούμενοι, μέλη εθνικών ομάδων ύποπτα για έλλειψη νομιμοφροσύνης, μέλη φατριών που είχαν χάσει τη δύναμή τους στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ, ταξιδιώτες κατηγορούμενοι για συνωμοσία με ξένες κυβερνήσεις όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό, ύποπτοι για σαμποτάζ, ακόμη και οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου που επέστρεψαν στη χώρα μετά το 1946. Οι κρατούμενοι γέμισαν τα γκουλάγκ σε τρία κυρίως κύματα: το 1929-1932, τα πρώτα χρόνια του πενταετούς προγράμματος· το 1936-1938, όταν οι εκκαθαρίσεις του Στάλιν βρίσκονταν στη μεγαλύτερή τους έξαρση, και τα πρώτα χρόνια αμέσως μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σολζενίτσιν αναφέρει ότι «περίπου σαράντα με πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι κλείστηκαν στο Αρχιπέλαγος με βαριές ποινές» (αν και σύμφωνα με νεότερα στοιχεία υπολογίζονται σε δέκα εκατομμύρια για την περίοδο 1934-1947). Κατά τη μετασταλινική περίοδο της «φιλελευθεροποίησης» το γκουλάγκ διαλύθηκε, και τις αρμοδιότητές του τις απορρόφησαν διάφορες υπηρεσίες που συγκεντρώθηκαν σε έναν νέο οργανισμό, τη Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Κέντρων Εργασίας. Ο Σολζενίτσιν βίωσε και ο ίδιος το τρομακτικό σύμπαν του Αρχιπελάγους. Το 1945, έχοντας διακριθεί στα πεδία των μαχών του Βορειοδυτικού Μετώπου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συλλαμβάνεται επειδή σε μια επιστολή του ασκούσε κριτική στον Στάλιν. Τα επόμενα οκτώ χρόνια θα τα περάσει έγκλειστος σε φυλακές και στρατόπεδα εργασίας και κατόπιν άλλα τρία σε αναγκαστική εκτόπιση, μέχρι την αποκατάστασή του το 1956. Το 1960 θα δημοσιεύσει το άλλο μνημειώδες έργο του, Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, που θα του εξασφαλίσει διεθνή φήμη. Από το 1963 πέφτει πάλι σε δυσμένεια, και στο εξής εκδίδει τα έργα του στο εξωτερικό ή με τη μέθοδο σαμιζντάτ (ιδιωτική ιδιόχειρη έκδοση που κυκλοφορούσε μυστικά από τις αρχές). Τη συγγραφή του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ την ολοκληρώνει το 1967 και στέλνει ένα μικροφίλμ με το κείμενο του έργου στο εξωτερικό. Το 1970 του απονέμενεται το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας (που δεν θα το παραλάβει, φοβούμενος ότι αν πάει στη Στοκχόλμη οι σοβιετικές αρχές δεν θα του επιτρέψουν να επιστρέψει στη Ρωσία). Το Σεπτέμβριο του 1973, όταν πληροφορείται ότι η Κα-Γκε-Μπε έχει στα χέρια της ένα αντίτυπο του έργου, δίνει τη συγκατάθεσή του να εκδοθεί το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ στο εξωτερικό (ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1974, και οι υπόλοιποι δύο εκδόθηκαν ώς το 1977). Ο ίδιος ο Σολζενίτσιν έχει αποκαλέσει το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ το «κύριο» έργο του, προτάσσοντάς το έναντι των άλλων μεγάλων μυθιστορημάτων του που εδραίωσαν τη συγγραφική του φήμη και του εξασφάλισαν το Βραβείο Νομπέλ. Το «χρέος της μνήμης» τον κινεί να συγγράψει ένα ντοκουμέντο για τους δεσμώτες ενός συστήματος εξουσίας που βασίζει τη διαιώνισή του στη στέρηση της ελευθερίας και στον αφανισμό του «εσωτερικού εχθρού». «Η περιοχή του ποταμού Κολύμα ήταν το μεγαλύτερο και το πιο φημισμένο νησί, ο πόλος της απανθρωπιάς αυτής της καταπληκτικής χώρας Γκουλάγκ, που η γεωγραφία την έχει κομματιάσει σε αρχιπέλαγος, αλλά η ψυχολογία την αλυσόδεσε σε ήπειρο – μιας χώρας σχεδόν αθέατης, σχεδόν ανεπαίσθητης, όπου και κατοικούσε ο λαός των Ζεκ [κρατουμένων].» Στο κείμενο παρακολουθούμε την πορεία των Ζεκ από την πρώτη φυλάκισή τους, τις ανακρίσεις, τη μεταφορά τους σε μεταγωγικές φυλακές μέχρι τον τελικό τους εγκλεισμό «στα λιμάνια και τα πλοία του Αρχιπελάγους», μέχρι τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Ένα ταξίδι στον τρόμο, που κάποιοι το άντεξαν, εκατομμύρια άλλοι το πλήρωσαν όμως με τη ζωή τους. Οδηγός του συγγραφέα είναι η προσωπική του εμπειρία καθώς και οι μαρτυρίες 227 πρώην κρατουμένων, που δίνουν στο έργο του το χαρακτήρα του ιστορικού ντοκουμέντου. Όμως ο Σολζενίτσιν δεν καταγράφει απλώς γεγονότα· αναλύει τις ιδεολογικές και θεσμικές βάσεις του συστήματος Γκουλάγκ και δεν το προσεγγίζει ως εκτροπή της πολιτικής του Στάλιν αλλά το θεωρεί αλληλένδετο με το σοβιετικό σύστημα εξουσίας: ο Στάλιν απλώς επέκτεινε και συστηματοποίησε περαιτέρω ένα σύστημα που οι βάσεις του είχαν τεθεί από την επαύριο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση έδωσε λαβή να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερα οξεία πολεμική γύρω από το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ μετά τη δημοσίευσή του στη Δύση. Το βάρος της ιστορικής μαρτυρίας σε συνδυασμό με τη δύναμη της γραφής του μεγάλου συγγραφέα καθιστούν το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ ένα κλασικό έργο. Η παρούσα έκδοση, η οποία περιλαμβάνει τα Μέρη Ι και ΙΙ του έργου, πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρος το 1974, το ίδιο έτος δημοσίευσης του έργου στη Γαλλία και την Αγγλία.
    ISBN 13 ψηφία: 9789606715884
  • - Κωδικός Προϊόντος: 978960671588
  • Διαθεσιμότητα: Μη διαθέσιμο. Δυνατότητα παραγγελίας (1-3 ημέρες). **Προϋπόθεση διαθεσιμότητας εκδότη-προμηθευτή**

22,90€ 20,61€
Χωρίς ΦΠΑ: 19,44€
Ποσότ.
Μια απέραντη τοιχογραφία του συστήματος των φυλακών και των στρατοπέδων στην πρώην Σοβιετική Ένωση από το 1918 ώς το 1956, και κυρίως κατά τη σταλινική περίοδο, ένα σύγχρονο έπος όπου η αβάσταχτη σκληρότητα των περιγραφών μετριάζεται συχνά από το χιούμορ, τα αυτοβιογραφικά κεφάλαια εναλλάσσονται με μεγάλους ιστορικούς πίνακες, και μέσα από όλα αυτά προβάλλει η τραγική μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων. Ένα βιβλίο που σφράγισε τον 20ό αιώνα. Ο όρος Γκουλάγκ, ακρωνύμιο των ρωσικών λέξεων Glavnoye Upravleniye ispravitelno-trudovyh Lagerey (Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Στρατοπέδων Εργασίας), δηλώνει το σύστημα των σοβιετικών στρατοπέδων εργασίας στο οποίο, στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του κατά τη δεκαετία του 1930, είχαν εγκλειστεί εκατομμύρια άνθρωποι. Εκτός από τους χωρικούς που είχαν συλληφθεί κατά την κολεκτιβοποίηση, αυτοί που στέλονταν στο γκουλάγκ ήταν διαφωνούντες διανοούμενοι, μέλη εθνικών ομάδων ύποπτα για έλλειψη νομιμοφροσύνης, μέλη φατριών που είχαν χάσει τη δύναμή τους στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ, ταξιδιώτες κατηγορούμενοι για συνωμοσία με ξένες κυβερνήσεις όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό, ύποπτοι για σαμποτάζ, ακόμη και οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου που επέστρεψαν στη χώρα μετά το 1946. Οι κρατούμενοι γέμισαν τα γκουλάγκ σε τρία κυρίως κύματα: το 1929-1932, τα πρώτα χρόνια του πενταετούς προγράμματος· το 1936-1938, όταν οι εκκαθαρίσεις του Στάλιν βρίσκονταν στη μεγαλύτερή τους έξαρση, και τα πρώτα χρόνια αμέσως μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σολζενίτσιν αναφέρει ότι «περίπου σαράντα με πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι κλείστηκαν στο Αρχιπέλαγος με βαριές ποινές» (αν και σύμφωνα με νεότερα στοιχεία υπολογίζονται σε δέκα εκατομμύρια για την περίοδο 1934-1947). Κατά τη μετασταλινική περίοδο της «φιλελευθεροποίησης» το γκουλάγκ διαλύθηκε, και τις αρμοδιότητές του τις απορρόφησαν διάφορες υπηρεσίες που συγκεντρώθηκαν σε έναν νέο οργανισμό, τη Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Κέντρων Εργασίας. Ο Σολζενίτσιν βίωσε και ο ίδιος το τρομακτικό σύμπαν του Αρχιπελάγους. Το 1945, έχοντας διακριθεί στα πεδία των μαχών του Βορειοδυτικού Μετώπου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συλλαμβάνεται επειδή σε μια επιστολή του ασκούσε κριτική στον Στάλιν. Τα επόμενα οκτώ χρόνια θα τα περάσει έγκλειστος σε φυλακές και στρατόπεδα εργασίας και κατόπιν άλλα τρία σε αναγκαστική εκτόπιση, μέχρι την αποκατάστασή του το 1956. Το 1960 θα δημοσιεύσει το άλλο μνημειώδες έργο του, Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, που θα του εξασφαλίσει διεθνή φήμη. Από το 1963 πέφτει πάλι σε δυσμένεια, και στο εξής εκδίδει τα έργα του στο εξωτερικό ή με τη μέθοδο σαμιζντάτ (ιδιωτική ιδιόχειρη έκδοση που κυκλοφορούσε μυστικά από τις αρχές). Τη συγγραφή του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ την ολοκληρώνει το 1967 και στέλνει ένα μικροφίλμ με το κείμενο του έργου στο εξωτερικό. Το 1970 του απονέμενεται το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας (που δεν θα το παραλάβει, φοβούμενος ότι αν πάει στη Στοκχόλμη οι σοβιετικές αρχές δεν θα του επιτρέψουν να επιστρέψει στη Ρωσία). Το Σεπτέμβριο του 1973, όταν πληροφορείται ότι η Κα-Γκε-Μπε έχει στα χέρια της ένα αντίτυπο του έργου, δίνει τη συγκατάθεσή του να εκδοθεί το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ στο εξωτερικό (ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1974, και οι υπόλοιποι δύο εκδόθηκαν ώς το 1977). Ο ίδιος ο Σολζενίτσιν έχει αποκαλέσει το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ το «κύριο» έργο του, προτάσσοντάς το έναντι των άλλων μεγάλων μυθιστορημάτων του που εδραίωσαν τη συγγραφική του φήμη και του εξασφάλισαν το Βραβείο Νομπέλ. Το «χρέος της μνήμης» τον κινεί να συγγράψει ένα ντοκουμέντο για τους δεσμώτες ενός συστήματος εξουσίας που βασίζει τη διαιώνισή του στη στέρηση της ελευθερίας και στον αφανισμό του «εσωτερικού εχθρού». «Η περιοχή του ποταμού Κολύμα ήταν το μεγαλύτερο και το πιο φημισμένο νησί, ο πόλος της απανθρωπιάς αυτής της καταπληκτικής χώρας Γκουλάγκ, που η γεωγραφία την έχει κομματιάσει σε αρχιπέλαγος, αλλά η ψυχολογία την αλυσόδεσε σε ήπειρο – μιας χώρας σχεδόν αθέατης, σχεδόν ανεπαίσθητης, όπου και κατοικούσε ο λαός των Ζεκ [κρατουμένων].» Στο κείμενο παρακολουθούμε την πορεία των Ζεκ από την πρώτη φυλάκισή τους, τις ανακρίσεις, τη μεταφορά τους σε μεταγωγικές φυλακές μέχρι τον τελικό τους εγκλεισμό «στα λιμάνια και τα πλοία του Αρχιπελάγους», μέχρι τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Ένα ταξίδι στον τρόμο, που κάποιοι το άντεξαν, εκατομμύρια άλλοι το πλήρωσαν όμως με τη ζωή τους. Οδηγός του συγγραφέα είναι η προσωπική του εμπειρία καθώς και οι μαρτυρίες 227 πρώην κρατουμένων, που δίνουν στο έργο του το χαρακτήρα του ιστορικού ντοκουμέντου. Όμως ο Σολζενίτσιν δεν καταγράφει απλώς γεγονότα· αναλύει τις ιδεολογικές και θεσμικές βάσεις του συστήματος Γκουλάγκ και δεν το προσεγγίζει ως εκτροπή της πολιτικής του Στάλιν αλλά το θεωρεί αλληλένδετο με το σοβιετικό σύστημα εξουσίας: ο Στάλιν απλώς επέκτεινε και συστηματοποίησε περαιτέρω ένα σύστημα που οι βάσεις του είχαν τεθεί από την επαύριο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση έδωσε λαβή να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερα οξεία πολεμική γύρω από το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ μετά τη δημοσίευσή του στη Δύση. Το βάρος της ιστορικής μαρτυρίας σε συνδυασμό με τη δύναμη της γραφής του μεγάλου συγγραφέα καθιστούν το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ ένα κλασικό έργο. Η παρούσα έκδοση, η οποία περιλαμβάνει τα Μέρη Ι και ΙΙ του έργου, πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρος το 1974, το ίδιο έτος δημοσίευσης του έργου στη Γαλλία και την Αγγλία.

Αξιολογήσεις (0)

Γράψτε μια αξιολόγηση

Παρακαλώ συνδεθείτε ή δημιουργήστε λογαριασμό για να αξιολογήσετε
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν γεννήθηκε στον Καύκασο στις 11 Δεκεμβρίου 1918, σπούδασε φυσική και μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Ροστόφ και υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1945 όμως καταδικάστηκε σε φυλάκιση οκτώ ετών σε στρατόπεδο επειδή σε επιστολή που είχε στείλει σε ένα φίλο του αμφισβήτησε τις πολεμικές ικανότητες του Στάλιν. Αφέθηκε ελεύθερος το 1953, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του Στάλιν και εξορίστηκε στην κεντρική Ασία, όπου άρχισε να γράφει. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Ριάζαν, 200 χιλιόμετρα από τη Μόσχα και άρχισε να διδάσκει. Τον Νοέμβριο του 1962 του δόθηκε η άδεια να δημοσιεύσει στη λογοτεχνική επιθεώρηση "Νόβι Μιρ" το έργο του "Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς", που αφορούσε έναν κρατούμενο στα Γκούλαγκ. Παρ' ότι είχε σπάσει το ταμπού, προκαλώντας σοκ στην ΕΣΣΔ με τις περιγραφές του, τα επόμενα έργα του, όπως "Ο πρώτος κύκλος" και το "Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ", κυκλοφόρησαν μόνο σε παράνομες εκδόσεις ή στο εξωτερικό, όπου γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το 1970 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, όμως αρνήθηκε να μεταβεί στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει φοβούμενος ότι το σοβιετικό καθεστώς δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει. Ωστόσο, το 1974 του αφαιρέθηκε η σοβιετική υπηκοότητα και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Έζησε διαδοχικά στη Γερμανία, στην Ελβετία και στις ΗΠΑ και επέστρεψε στη Ρωσία το 1994, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο του ρωσικού κράτους για τα "εξαιρετικά επιτεύγματά του στον ανθρωπιστικό τομέα" από τον τότε πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν. Πέθανε στις 3 Αυγούστου 2008 στο σπίτι του, στη Μόσχα, σε ηλικία 89 ετών.